Αξιολόγηση Χρήστη: 5 / 5

Αστέρια ΕνεργάΑστέρια ΕνεργάΑστέρια ΕνεργάΑστέρια ΕνεργάΑστέρια Ενεργά

 

Οψές επήα στι χοχλιούς
πούχε ψιλή βροχούλα,
μες το καλάθι τσίβανα
και τσίκανα βολτούλα.

κι ένας χοχλιός, ο πιό μικιός
μου χοχλιδοστρουφίζει
και απ' το καλάθι άρχιξε
να γλυστροξεστρατίζει.

εσάλιωνε και εγλύστρανε
απο το καλάθι όξω
και τσι κεραίες ξέντωνε
μη τον ξαναμαζώξω

κάτσε μωρέ μικιέ χοχλιέ
να σε γλυκοσακάσω
απούχω αλεύρι χάσικο
και μακαρόνι άσσο

μα ο χοχλιός αν και μικιός
και σάϊκα πεινασμένος
σα να ψιχανεμίστικε
ποιό θάτανε το τέλος

σάματις το κατάλαβε
πως τα γλυκά τα λόγια
ειναι μονάχα για μικρούς
και ανόητους παρηγόρια

σου λέει αλεύρι αζίαστο
και  μακαρόνια χύμα
θωρείς, δα με παχύνουνε
κι απόκιας γειά σας κρίνα!

εμείς όμως το φάγαμε
όλο το αλευράκι
και δα μας έχουνε οι θεσμοί
όλους στο τηγανάκι

γλυκά λογάκια λέγανε
και δόστου κι άλλο αλεύρι
κι ούτε που πήε το μυαλό
ποιό θάταν το χουνέρι!

μούδε που ξεστρουφίξαμε
και άθρωπος χαμπάρι!
μονο ετρώγαμε παχιά
και με ψηλά τη μούρη

κι αν ο χοχλιός παρέδωκε
και γίνηκε μπουμπούρι
τουλάχιστον αντέτινε
κι εγίνικε τραγούδι

εμείς επήαμε έτσα
οσά το βουιδάκια
και δά ζευτήκαμε βαριά
και ασήκωτα χαράτσια

Αστέρια ΑνενεργάΑστέρια ΑνενεργάΑστέρια ΑνενεργάΑστέρια ΑνενεργάΑστέρια Ανενεργά
Ένα αντρόινο στο Ηράκλειο είχε δυό κόρες και τις πάντρεψε τη μιά στο Θραψανό και την άλλη στη Μεσσαρά. Ο κύρης τους, μετά απο κάμποσο καιρό, τόβαλε σκοπό να πά να δεί είντα ποκάνουνε, και κίνησε να τισ επισκεφτεί.
Πρώτα πήγε στη Θραψανιώτισα κι αφού τονε τράταρε τη ρώτηξε μέσα στα άλλα και πώς πάνε οι δουλειές στο χωριό. "Για την ώρα όλα πάνε καλά" του απάντησε εκείνη, "μόνο να μη κάμει ο Θεός και βρέξει, γιατί πάνε τα πιθάρια, τα λαίνια και τα τσικάλια πουνε απλωμένα για στέγνωμα και θα καταστραφούμε".
Αφού τα είπανε λοιπόν την εχαιρέτησε και πήρε το δρόμο για την άλλη κόρη στη Μεσσαρά. Δεν έχει παράπονο τονε περιποιήθηκε και κείνη και αυτός τηνε ρώτησε πώς πάνε οι δουλειές τους.
"Είντα να σου πώ πατέρα όλα καλά, μονο νάθελα να κάμει ο Θεός να ρίξει μιάολιά νερό να ποτιστούνε τα κηπευτικά γιατί ετσα που το πάει θα καταστραφούνε όλα".

Εγύρισε ο πατέρας στη χώρα και τονε περίμενε πώς και πώς η κερά του για να τονε ρωτήξει είντα κάνουνε οι κόρες τις και οι φαμίλιες τους.

Είντα να σου πώ απολογάτε εκείνος, έτσα που πάνε τα πράματα τη μιά θα τη πάρει ο διάολος αλλα δε γατέχω ποιά.
Ανε βρέξει πάει η Θραψανιώτισα και αδέ βρέξει πάει η Μεσσαρίτισα.


(Ανέκδοτη ιστορία, γνωστή στους παλαιότερους στον ευρύτερο χώρο του νομού μας. Με άλλα λόγια ο μύθος του Αισώπου "Ο περιβολάρης και ο κεραμέας".)

Αστέρια ΑνενεργάΑστέρια ΑνενεργάΑστέρια ΑνενεργάΑστέρια ΑνενεργάΑστέρια Ανενεργά
Στο Θραψανό, το χωριό μας, υπάρχει μια παμπάλαιη παράδοση στην αγγειοπλαστική που συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Και όχι μόνο που έφτιαχναν σταμνιά, πιθάρια, τσικάλια και άλλα πήλινα χρειαζούμενα, αλλά εγύριζαν και τα πουλούσαν μόνοι τους.
Λένε πως άμα ξεκινούσε το πρωί ο Θραψανιώτης για τη στραθιά, εφόρτωνε τα σταμνιά στο γάιδαρο και έκανε πρώτα το γύρο της γειτονιάς και ξαναπερνούσε πάλι από την πόρτα του σπιτιού του, που τονε περίμενε εκεί η γυναίκα του και λέγανε περίπου τα εξής:
-Πόσο τα πουλείς, κουμπάρε, τα σταμνιά;
-Δέκα φράγκα, κουμπάρισσα, της έλεγε.
-Δεν κάνει μόνο εννιά;
-Όχι, δέκα θέλω.
Ο διάλογος αυτός είχε το λόγο του, γιατί έφευγε μετά ο Θραψανιώτης για τη βόλτα και ολημέρα έκανε τον ίδιο διάλογο σε όποιο χωριό και να πήγαινε. Τα παζάρια τότε ήταν πολύ συνηθισμένα.
- Πόσο τα δίδεις, κουμπάρε, τα σταμνιά; του λέγανε.
- Δέκα φράγκα.
- Να σου δώσω οχτώ να πάρω ένα;
Λέει: «Όχι. Ντα εννιά μου δώκανε στην πόρτα μου απόξω και δεν τα ‘δωκα». Και εννοούσε το διάλογο με τη γυναίκα του. Και ορκιζότανε στο Χριστό και στην Παναγία.
Αυτό το έκανε, για να μην ορκίζεται ψεύτικα. Γιατί ολημέρα έπαιρνε χίλιους δυο όρκους, ίσαμε να ξεπουλήσει. Κι ο Κρητικός τότε, αλλά και τώρα δε θέλει για κανένα λόγο να μπαίνει στον όρκο, πολύ περισσότερο άμα ο όρκος είναι ψεύτικος.
Με τον παραπάνω όμως τρόπο ο Θραψανιώτης ήταν εντάξει και με τους ανθρώπους και με τον εαυτό του.