Αστέρια ΑνενεργάΑστέρια ΑνενεργάΑστέρια ΑνενεργάΑστέρια ΑνενεργάΑστέρια Ανενεργά
 

Με τον ασύρματο του Νταντάμπιν, ο εικοσάχρονος πατριώτης Αριστείδης Παραδεισιανός έστειλε στο Κάιρο το κρυπτογραφημένο μήνυμα. Το μόνο που έμενε πια ήταν να καθοριστεί η ακριβής ημερομηνία που θα αποστελλόταν ένα σκάφος στον όρμο Χ25, στον Άγιο Παύλο, κοντά στο Σαχτούρι των νοτίων παραλίων του νομού Ρεθύμνου. Καθώς το στρατηγείο αργούσε να στείλει επιβεβαίωση, ο Φέρμορ προσπάθησε να στείλει και δεύτερο σήμα, αλλά απέτυχε γιατί οι μπαταρίες του ασυρμάτου είχαν εξαντληθεί. Έτσι, ο Παραδεισιανός διατάχθηκε να πάει στην Φανερωμένη, στο βουνό Κέδρος (Κέντρος, σύμφωνα με την τοπική διάλεκτο), διανύοντας μιαν απόσταση δέκα ωρών με τα πόδια, ώστε να στείλει το σήμα με τον εφεδρικό ασύρματο που διατηρούσαν εκεί και στη συνέχεια ν’ αποστείλει κάποιον ξεκούραστο σύνδεσμο να ειδοποιήσει τους απαγωγείς για τις εξελίξεις. Μαζί του πήγε για προστασία ο πατριώτης Στέλιος Κρυοβρυσάκης. Στο διάστημα που θα μεσολαβούσε, ο Φέρμορ και οι υπόλοιποι θα μετακινούνταν προς μια νέα κρυψώνα πλησίον του χωριού Νίθαυρη.

Όσο διαδραματίζονταν αυτά, έφτασε και το τρίτο τμήμα των απαγωγέων, δηλαδή οι Χναράκης, Λεωνίδας Παπαλεωνίδας, Νίκος Κόμης και Ζωιδάκης. Όταν ο Φέρμορ ρώτησε για την απουσία του Γερμανού οδηγού του Opel, αυτοί εξήγησαν ότι είχε ξεψυχήσει κατά την διάρκεια της απαγωγής, από τα χτυπήματα που του είχαν δώσει στο κεφάλι. (Πολλά χρόνια αργότερα έγινε γνωστή η αλήθεια, ότι δηλαδή ο οδηγός του στρατηγού, Άλμπερτ Φένσκε, μαχαιρώθηκε από τον Αντώνη Ζωιδάκη, ο οποίος πίστεψε ότι θα τους πρόδιδε όταν εμφανίστηκαν Γερμανοί κοντά στο χωριό Άγιος Σύλλας).

Το σούρουπο της επομένης (29 Απριλίου) τα γερμανικά αεροπλάνα έριχναν ξανά προκηρύξεις, υπογεγραμμένες από τον ίδιο τον Διοικητή του Φρουρίου Κρήτη, τον στρατηγό Μπρόγερ. Το κείμενο της προκήρυξης ανησύχησε ιδιαίτερα τους απαγωγείς, γιατί γινόταν ξεκάθαρα αναφορά στην πίστη των Γερμανών ότι δίχως την σύμπραξη των ντόπιων η επιχείρηση της απαγωγής του Κράιπε θα ήταν αδύνατη. Επίσης, ο Μπρόγερ απειλούσε σαφώς να εκτελέσει όλους τους εμπλεκόμενους. Μα και τα νέα που έφερνε ο καπετάν Πετρακογιώργης, ο οποίος είχε κληθεί από τον Φέρμορ να έρθει σε επαφή για να επιμεληθεί την μετακίνηση όλων προς το Αμάρι του Ρεθύμνου, δεν ήταν καλά: οι Γερμανοί είχαν κάνει τον τόπο άνω κάτω για να τους βρουν. Είχαν μάλιστα ξεκινήσει και κάποιες συλλήψεις και ανακρίσεις. Έπρεπε να βιαστούν.

Το ίδιο βράδυ όλοι μαζί ξεκίνησαν για το λημέρι του Πετρακογιώργη, στην τοποθεσία Ακώλυτα, λίγο πιο πέρα από το οροπέδιο της Νίδας. Έφαγαν και ξεκουράστηκαν, αλλά μόλις το σκοτάδι πύκνωσε για τα καλά πήραν τους χιονισμένους δρόμους προς τις κορυφές του Ψηλορείτη με οδηγούς πέντε πατριώτες του καπετάνιου. Περπατούσαν δύο συνεχόμενες νύχτες, αφού την μέρα αναγκάζονταν να κρύβονται, ώσπου έφτασαν σε μια σπηλιά κοντά στο χωριό Νίθαυρη, στις νότιες πλαγιές του Ψηλορείτη. Εκεί πια τους άφησαν τα παλικάρια του Πετρακογιώργη να συνεχίσουν μόνοι. Η κατάσταση της ομάδας ήταν τραγική: πεινασμένοι, εξαντλημένοι από τον ποδαρόδρομο εκείνες τις δύο παγωμένες νύχτες, με τα κάτω άκρα να μην τα αισθάνονται από το χιόνι και τα ρούχα μουσκεμένα ως το κόκαλο, θα είχαν άσχημο τέλος αν δεν τους βοηθούσαν ντόπιοι βοσκοί. Ένας από αυτούς, ο Ηλίας Βοσκάκης, προθυμοποιήθηκε να εκτελεί χρέη συνδέσμου.

Αλλά τι είχε συμβεί με τον Παραδεισιανό; Γιατί δεν είχε ακόμη εμφανιστεί, από τότε που στάλθηκε στην Φανερωμένη με σκοπό να παραλάβει την απάντηση του στρατηγείου στο Κάιρο; Προς ανεύρεσή του ο Φέρμορ είχε ήδη αποστείλει τον Ζωιδάκη, λίγο πριν βρουν την σπηλιά. Τότε κανείς δεν γνώριζε ότι οι Γερμανοί είχαν μπλοκάρει τις εισόδους και τις εξόδους στην περιοχή της Φανερωμένης, οπότε ήταν αδύνατο για τους δύο πατριώτες να προσεγγίσουν. Ο Παραδεισιανός μπόρεσε να γυρίσει στην Αγία Παρασκευή, τέσσερα μόλις χιλιόμετρα από τη Νίθαυρη. Ο Κρυοβρυσανάκης, καθώς προσπαθούσε να φτάσει στο χωριό του (Λοχριά), έπεσε σε γερμανική περίπολο και δυστυχώς σκοτώθηκε. Η ομάδα του Φέρμορ παραχώρησε ένα μουλάρι στον κατάκοπο Γερμανό στρατηγό και προχώρησε προς μια ρεματιά κοντά στην Αγία Παρασκευή, όπου έφτασε αργότερα και ο Ζωιδάκης με τον αρχηγό του τοπικού ΕΑΜ, Μιχάλη Παττακό. Είχε πλέον μπει ο Μάης.

Στις 2 Μαΐου ανακάλυψαν ότι ήταν αποκλεισμένοι από παντού. Οι Γερμανοί είχαν στήσει μπλόκα σε όλη την γύρω περιοχή και τα περίπολά τους ‘χτένιζαν’ κυριολεκτικά κάθε σπιθαμή γης. Επιπλέον, το πυροβολικό του εχθρού βομβάρδιζε τις ρεματιές και τα χωριά, ώστε να αποκλειστεί κάθε πιθανότητα διαφυγής των Βρετανών. Γιατί, παρά τις ενισχυμένες υποψίες για συμμετοχή ντόπιων, οι Γερμανοί πίστευαν ότι μόνο Βρετανοί κομάντος ήταν μπλεγμένοι στην υπόθεση της απαγωγής. Το απόβραδο οι άνδρες του Φέρμορ έβλεπαν με πικρία και πόνο ψυχής τους καπνούς από τις φλόγες που κατέκαιαν τα χωριά Λοχριά, Καμάρες και Μαργαρικάρι. Προσπαθούσαν με αυτό τον τρόπο οι Γερμανοί να εκβιάσουν τους κομάντος σε παράδοση ή να στρέψουν, έστω, τον ντόπιο πληθυσμό εναντίον τους.

Αφού εξασφάλισαν με την βοήθεια του Παττακού κάποια λιγοστά τρόφιμα από την Αγία Παρασκευή, οι κομάντος χωρίστηκαν πάλι σε δύο τμήματα. Ο Φέρμορ, ο Τυράκης, ο Παραδεισιανός (που στο μεταξύ είχε έρθει σε επαφή μαζί τους) και ο Παττακός κατάφεραν να διασπάσουν τις γραμμές των Γερμανών και να διαφύγουν στο χωριό Πατσός. Ήταν μεγάλη ανάγκη ν έρθουν σε επαφή με το στρατηγείο του Καΐρου, αλλιώς ήταν αδύνατο να διαφύγουν από το νησί που κυριολεκτικά έβραζε. Ο Παττακός βέβαια είχε ήδη έρθει σε επαφή με τις αντιστασιακές οργανώσεις της περιοχής, όταν κατέβηκε στην Αγία Παρασκευή για να βρει τρόφιμα, οπότε μια ομάδα ανταρτών είχε αθόρυβα συγκεντρωθεί στη Νίθαυρη και την Φουρφουρά (γενέτειρα του Τυράκη), περιμένοντας το σινιάλο για την έναρξη μιας επίθεσης αντιπερισπασμού, ώστε να μπορέσουν και οι κομάντος του Μος να διαφύγουν.

Στο Πατσός ο Φέρμορ, μαζί με τον αγγελιαφόρο Ψυχουντάκη, συνάντησε τον πατριώτη Γιώργο Χαροκόπο (που αργότερα έγραψε λεπτομερέστατα την επιχείρηση της απαγωγής του Κράιπε) και συμφωνήθηκε, ο μεν Χαροκόπος να παρέμενε στο χωριό και να παρακολουθεί τις κινήσεις των Γερμανών, οι δε Φέρμορ και Τυράκης να προσπαθήσουν να φτάσουν στο χωριό Πρινές του Ρεθύμνου, όπου λειτουργούσε ο ασύρματος του Βρετανού λοχαγού Μπέρνς (Richard Burnes). Το τελικό ραντεβού τους ορίστηκε για τις 7 Μαΐου στο χωριό Γερακάρι, στους πρόποδες του βουνού Κέδρος.